Νυχτωθήκαμε (μετά από πολλές περιπέτειες μέσα στην Σπάρτη) στο Ντερνέκι λίγο πάνω από την βρύση του Μαγγανιάρη. Η ώρα ήταν περασμένη και είμαστε ταλαιπωρημένοι απο το ταξίδι για να στήσουμε το σκηνάκι και την επόμενη είχαμε πρωινό ξύπνημα για να προλάβουμε την ανάβαση στον προφήτη Ηλία και επιστροφή στην Αθήνα. Γύρω το μέρος παγωμένο με ελάχιστα χιόνια. Φορέσαμε δεύτερα ρούχα και πέσαμε μέσα στο αυτοκίνητο. Ύπνος με διαλείμματα δηλαδή.
Την επόμενη ξημέρωσε ένας ήλιος αισιόδοξος. Θα έχουμε καλό καιρό πάνω, ίσως καταφέρουμε να τραβήξουμε και κάτι πλάνα δικά μας. Σερβιριστήκαμε στα γρήγορα καφέ και σταφίδες, ετοιμαστήκαμε και κινήσαμε για τα ψηλά.
Το καταφύγιο του ΕΟΣ Σπάρτης είναι χτισμένο στα 1540 υψ. στη θέση Βαρβάρα. Με όμορφη θέα ένα γύρο. Το βρήκαμε κλειστό και προσπεράσαμε γρήγορα.

στο καταφύγιο του ΕΟΣ Σπάρτης, στη θέση Βαρβάρα. υψόμετρο 1540μ.
Αρχίσαμε να ανεβαίνουμε τα Λακώματα για να βγούμε στο αλπικό. Ο καιρός σύμμαχος ακόμη. Από δω και πάνω ικανοποιητική ποσότητα παγωμένου χιονιού. Φορέσαμε κραμπόν και συνεχίσαμε. Το μέρος επιβλητικό. Το ίδιο και η θέα. Ευθεία μπροστά μας οι Γούβες και ψηλά στο βάθος οι Πλάκες. Κάτι σύννεφα που τρέχανε γύρω μας φαινόντουσαν όχι σοβαρή πιθανότητα αναστοχασμού της πορείας. Συνεχίσαμε.

Απολαμβάναμε το περπάτημα στο παγωμένο που μας είχε λείψει. Αυτό το κριτς κριτς του βάρους των πελμάτων μας στην παγωμένη γη. Ψηλώναμε, όλο και ψηλώναμε.
Όταν άρχισε να μαυρίζει γύρω μας και να κλείνει ο καιρός είχαμε περάσει τις τραβέρσες των πλαγιών και ανεβαίναμε προς Πλάκες. Προσπαθώντας να αποφύγουμε τις πούδρες μπήκαμε σε κάτι λούκια όλο γλύκα. Παγωμένη γλύκα. Βγήκαμε στις Πλάκες ακριβώς που όλα γύρω μας άσπρισαν. Το βουνό έκλεισε για τα καλά και η θέα που μας συντρόφευε τόση ώρα προς τα νοτιοανατολικά χάθηκε. Καταφέραμε με προσπάθεια να βγούμε ξανά στο μονοπάτι και σταθήκαμε για μια ανάσα και περίσκεψη για την συνέχεια. Υπολογίζαμε ότι θέλαμε με αυτό τον καιρό καμιά ώρα μέχρι τον προφήτη Ηλία. Άν δεν χανόμασταν πάλι μέσα στο άσπρο. Βρήκαμε την κατεύθυνση που έπρεπε να κινηθούμε και ξεκινήσαμε δειλά προς τα πάνω. Για καλή μας τύχη λίγο ψηλότερα είδαμε δύο σκιές που ξεκόλλησαν από το άσπρο φόντο και κινήθηκαν προς το μέρος μας. Σταθήκαμε.

Δύο τύποι κατέβαιναν γρήγορα. Μας συνάντησαν. Είχαν κάνει κορυφή και επέστρεφαν. Μας δώσανε κατεύθυνση μέσα στο λευκό χάος και αφού ανταλλάξαμε τηλέφωνα για ω μη εγένετο συνεχίσανε την καθοδική τους πορεία. Εμείς συνεχίσαμε προς τα πάνω. Βρισκόμασταν τώρα κοντά στα 2100 υψ. και ο αέρας δυνάμωνε, φέρνοντας μαζί του χιόνι. Η ορατότητα σταθερή. Μέχρι 10 μέτρα βλέπαμε. Περάσαμε τις πρώτες και τις δεύτερες πλάκες. Σταθήκαμε ξανά. Κοιτάξαμε γύρω μας. Κανένα σημείο να ακουμπήσουμε το βλέμμα. Κανένας βράχος, κανένα σημάδι. Το βουνό είχε κλείσει πραγματικά μέχρι χαμηλά.
Δεν υπήρχε λόγος να το γυροφέρνουμε άλλο. Με δεδομένο ότι είχαμε και το ταξίδι για Αθήνα θεωρήσαμε ότι δεν είχε νόημα για μας να συνεχίσουμε για πιο πάνω. Αρχίσαμε να κατηφορίζουμε γρήγορα γιατί εκεί πάνω ξύριζε άσχημα.

Για να κερδίσουμε χρόνο αποφασίζουμε να πάρουμε κοφτή πορεία προς τα κάτω μέσα από τα λούκια. Τουλάχιστον να κόβει λίγο τον αέρα. όμως πιο λούκι είναι καλύτερο; Το ένα ήταν πιο σύντομο, το άλλο μακρύ αλλά με γλυκιά κάθοδο.
Με τα πολλά το βρήκαμε.

Βγήκαμε και πάλι στις Γούβες όπου κάναμε μια μικρή στάση μετά από ώρα. Κοιτάξαμε πίσω. Εκεί από όπου κατεβήκαμε. Τυχεροί είπαμε είμασταν μασουλώντας. Όλη η πλαγιά κάτω από τις πλάκες ήταν σε ένα κατάλευκο σύννεφο. Για θέα στην κορυφή ούτε λόγος. Ανανεώσαμε το ραντεβού μας με τον Ταύγετο και συνεχίσαμε την πορεία προς τα κάτω. Παγωμένοι, πεινασμένοι, κουρασμένοι, μα τόσο γεμάτοι..