Είχαμε ξεκινήσει με τις καλύτερες διαθέσεις. Το σχέδιο έλεγε να μαζέψουμε μια φίλη από την Αγία Τριάδα (παλ. ονομ Στεβενίκο) και να ανηφορίσουμε προς τα πάνω. Θέλαμε να εκμεταλευτούμε τον καλό καιρό που έδινε για εκείνο το διήμερο και να στήσουμε την κατασκήνωση μας στα πλατώματα της Αρβανίτσας έχοντας για θέα την επιβλητική κορυφογραμμή της Μεγάλης Λούτσας με την ψηλότερη κορυφή της Καψάλα να δεσπόζει στα 1553μ υψόμετρο.

Ανεβαίνοντας στις στροφές μετά την Αγία Άννα συλλογιζόμουν τα αμέτρητα ταξίδια που σχεδιάστηκαν μέσα στο βάρος της καθημερινότητας, όλα εκείνα που ξεκίνησαν με έναν ενθουσιασμό για μια ακόμη περιπέτεια στο μεγαλείο των βουνών και τελείωσαν με έναν πάταγο, μένοντας στους χάρτες του μυαλού. Κάθε εξόρμηση και μια περιπέτεια. Κάθε περιπέτεια και ένα ταξίδι. Ταξίδι που απαιτεί πολύ προσπάθεια και μελέτη πριν καν αυτό ξεκινήσει. Αυτή είναι η μαγεία του σε μεγάλο βαθμό. Η όλη προετοιμασία στην βάση. Η πορεία της ιδέας, από την σύλληψη της μέχρι την υλοποίηση. Ο σχεδιασμός κάθε ταξιδιού είναι ιεροτελεστία. Απαιτεί το πάθος εκείνο που συναντάμε στους ερωτευμένους. Τους κάθε λογής ερωτευμένους. Η επιμελής μελέτη του χώρου, το μάζεμα πληροφοριών από πηγές δουλειά σπουδαία. Οι αμέτρητες ώρες μελέτης του χάρτη ξεκουράζουν τα μάτια, όπως κάθε καλό βιβλίο. Να βρείς τα μονοπάτια, το γλυκό ανέβασμα στην πλαγιά, να αποφύγεις τα ανούσια ανεβοκατεβάσματα, να ανακαλύψεις τους δρόμους διαφυγής σε περίπτωση ανάγκης. Να μαντέψεις το ιδανικό μέρος να στήσεις το σκηνάκι. Και στην συνέχεια να αρχίσεις να παρακολουθείς τον καιρό πλησιάζοντας στην πολυπόθητη μέρα της εξόρμησης. Να έχεις το άγχος αν θα χρειαστείς ή όχι τελικά βέστα και πόσα μακαρόνια να χωρέσεις στο σακίδιο. Πολύ δουλειά, πολύ, αλλά όλα μα όλα φίλε αξίζουν για εκείνη τη μέρα που θα βγεις στον δρόμο. Και μπροστά σου θα είναι μια ακόμη περιπέτεια. Ένα ακόμη κάλεσμα που ανταποκρίνεσαι. Αυτά συλλογιζόμουν όσο ανεβαίναμε.
Βγήκαμε στις ευθείες κάτω απο την Λιθαρόστρουγκα και ο καιρός άρχισε να μας κοροιδεύει. Κάτι σύννεφα γρήγορα κρύψαν τον ήλιο αφήνωντας το κρύο να κυριαρχήσει. Απτόητοι βρήκαμε το σημείο της κατασκήνωσης μας. Επιλέξαμε το γιατάκι που θα λουφάζαμε το βράδυ και βαλθήκαμε να στήνουμε. Είχαμε μπροστά μας λίγες ώρες ακόμη και ακόμη λιγότερο φώς κάτω απο τα έλατα. Το βουνό στα καλύτερα του. Κάτι διάσπαρτα χιόνια εδώ και εκεί ίσα που σπάγανε όμορφα την παλέτα του πράσινου. Αφού ολοκληρώσαμε το στήσιμο κάναμε ένα γύρο στην περιοχή να μαζέψουμε τις τελευταίες εικόνες του δειλινού. Ετοιμάσαμε το δείπνο και αφού φάγαμε καταστρώσαμε το πλάνο της επόμενης μέρας.

Θέλαμε να ανηφορίσουμε πρός Μεγάλη Λούτσα και απο εκεί αν μας βγαίνει να κατηφορίσουμε για το χωριό Ελικώνας (παλ. ονομ Ζερίκι) . Το μονοπάτι απο Αρβανίτσα κινείται πάνω στην χάραξη του γνωστού 22 που όπως έρχεται απο δίστομο και Κίρφη περνάει απο τα χωριά Στείρι, Ζερίκι και Ελικώνα και απο εκεί στην Αγία Άννα για να ανέβει στην συνέχεια στην Παλιοβούνα (1748μ. υψόμετρο), την ψηλότερη κορυφή του Ελικώνα, για να συνεχίσει νοτιότερα το ίχνος του προς Πάρνηθα όπου και ολοκληρώνεται. Το μονοπάτι που θα πέρναμε απο Αρβανίτσα αφού διασχίζει τα λιβάδια και τις στάνες κάτω απο την Λιθαρόστρουγκα ανηφορίζει την πλαγιά έχοντας τον όγκο της Καλύβας στα ανατολικά του μέχρι το διάσελο της Κορομηλιάς, όπου αρχίζει και η κατάβαση για το χωριό Ελικώνας (παλ. ονομ Ζερίκι).

Η επόμενη μέρα ξημέρωσε λαμπρή, με έναν ήλιο που έκαιγε παρόλη την πρωινή παγωνιά. Είμαστε ακόμη στην Άνοιξη και η θερμοκρασία έχει τους δικούς της νόμους εδώ στα ψηλά. Σερβιριστήκαμε με το πάσο μας τα πρωινά και ξεκινήσαμε. Εγκαταλείψαμε γρήγορα το μονοπάτι που κινείται παράλληλα στον δρόμο και μπήκαμε στα λιβάδια της Λούτσας. Προσπεράσαμε τα μαντριά και ακολουθώντας την ένδειξη του μονοπατιού αρχίσαμε να ψηλώνουμε. Η πλαγιά ήταν σπαρμένη με σπασμένους κορμούς δέντρων, με αποτέλεσμα σε πολλά σημεία να μαντεύουμε την φυσική πορεία του μονοπατιού. Ευτυχώς τα λίγα δέντρα χαμηλά στην πλαγιά βοήθαγαν και δεν καιγόμασταν απο τον ήλιο.

Σε όλο το ανέβασμα μας στην πλαγιά μας συντρόφευαν οι ανεμογεννήτριες στο κοντινό ύψωμα της Καλύβας. Έστεκαν εκεί σαν παρατηρητές της πορείας μας, να μας δηλώνουν την παράταιρη παρουσία τους σε κάθε μας βλέμμα. Χαλύβδινοι ανεμιστήρες 20 και πλέον μέτρων φυτεμένοι ανάμεσα στα ελάτια. Σαν σταυροί σε νεκροταφείο, σαν δηλωμένες παρουσίες της καταστροφικής μανίας του ανθρώπου για όλο και περισσότερη ” ανάπτυξη “.
θυμήθηκα τον Καζαντζάκη στο Ταξιδεύοντας:
̈Να γυρίζεις τη γης, να βλέπεις – να βλέπεις και να μη χορταίνεις καινούρια χώματα και θάλασσες κι ανθρώπους κι ιδέες και να τα βλέπεις όλα σα για πρώτη φορά, να τα βλέπεις όλα σαγια τελευταία φορά, με μακρόσερτη ματιά, κι έπειτα να σφαλνάς τα βλέφαρα και να νιώθεις τα πλούτη να κατασταλάζουν μέσα σου, ήσυχα, τρικυμιστά, όπως θέλουν, ωσότου να τα περάσει από την ψιλή κρισάρα του ο καιρός, να κατασταλάξει το ξαθέρι απ’ όλες τις χαρές και τις πίκρες σου τούτη η αλχημεία της καρδιάς,είναι θαρρώ, μια μεγάλη, αντάξια του ανθρώπου ηδονή…
και ξανακοιτώντας αυτές τις τεράστιες κατασκευές δεν κατάφερα να μην αναρωτηθώ πόσες εικόνες τυχερά έχουμε κρατήσει μέσα μας από τις περιηγήσεις μας στα βουνά και πόσο αυτές τις εικόνες δεν θα τις δούμε ξανά.

Ο ήλιος έκαιγε για τα καλά, είχε περάσει η ώρα της πρωινής δροσιάς και βιαζόμασταν να βγούμε στο διάσελο που συναντάει τον δασικό δρόμο που έρχεται έξω απο την Αγία Άννα και κατηφορίζει για το Ζερίκι. Απέναντι μας η πλαγιές της Παλιοβούνας άστραφταν τα χιόνια τους στον μεσημεριάτικο ήλιο. Υπενθύμιση για το επόμενο ανέβασμα μας εκεί.
Προχωρήσαμε λίγο ακόμη και σταθήκαμε στον ίσκιο των ελάτων να πάρουμε ανάσα. Από ένα άνοιγμα των δέντρων σύριζα στα βράχια μπορούσαμε να δούμε στο βάθος ανατολικά την Κωπαΐδα και τον υπόλοιπο κάμπο.

Από εκεί που είμασταν υπολογίζαμε ότι θέλαμε καμιά ώρα ακόμη για το χωριό. Αφήσαμε για επόμενη φορά την επίσκεψη εκεί. Καθισαμε στα ριζά ενός ελάτου και βαλθήκαμε να συζητάμε για το μέρος γύρω μας. Για την εκτέλεση των κατοίκων του χωριού το 42′ πολύ πριν τις πρώτες ένοπλες εμφανίσεις ανταρτών στην περιοχή (κάτι που έρχεται σε αντίθεση με το παγιωμένο σχήμα ότι οι Γερμανοί προχωρούσαν σε εκτελέσεις και καψίματα χωριών ως αντίποινα στην δράση αντάρτικων ομάδων). Ο τόπος γεμάτος ιστορία, εδώ είναι ένα ακόμη σταυροδρόμι λαών και ομάδων οι οποίες καθόρισαν με τον τρόπο δράσης και ζωής τους την περιοχή. Πάντα με ενδιέφερε η ιστορία δημιουργίας ενός χωριού, από ποιούς πρωτοδημιουργήθηκε και τι άλλαξε στην εξέλιξη των χρόνων. Το Ζερίκι είναι μια τέτοια περίπτωση. Χτισμένο στα 850μ υψόμετρο, αποτελεί το ορεινότερο χωριό του Ελικώνα. Πλέον μετά την αλλαγή ονομασίας του χωριού το 1953 ονομάζεται Ελικώνας. Με την τελευταία απογραφή του 2001 αριθμοί 31 μόνιμους κατοίκους. Το χωριό δημιουργήθηκε από Αρβανίτες στα μέσα του 14ου αιώνα.
Όπως μας πληροφορεί ο Αλεξάκης Ελευθέριος: “Οι Αρβανίτες εγκαταστάθηκαν στη Βοιωτία προς το τέλος της βυζαντινής περιόδου, προερχόμενοι από τη Βόρειο Ήπειρο και την κεντρική Αλβανία. Ειδικά, το μεγαλύτερο κύμα των Αρβανιτών της Βοιωτίας ήλθαν στη περιοχή μέσω Θεσσαλομαγνησίας, όπου στο μεταξύ είχαν επεκταθεί οι Σέρβοι, ενώ ένα άλλο ήλθε από την Άρτα και την Ακαρνανία μέσω Φωκίδας. Ουσιαστικά ήρθαν ως καλλιεργητές και πολεμιστές (προνοιασμένοι) στην υπηρεσία των δυτικών ξένων κατακτητών και συγκεκριμένα το 1383 μετά από πρόσκληση του ΚαταλανούΔούκα Αθηνών και Υπάτης Ραμόν ντε Βιλλανόβα. Αν και φαίνεται ότι υπήρχαν και παλαιότερες εγκαταστάσεις Αρβανιτών στη Βοιωτία, όπως δηλώνουν τα αρβανίτικα τοπωνύμια Κάπραινα (Ζαρκαδού) για τη Χαιρώνειακαι Σκριπού (Αλμυρός) για τον Ορχομενό όπου αναφέρονται στο Χρονικόν του Μορέως. Οι κυρίαρχοι τούς πρόσφεραν γεωργική και κτηνοτροφική γη και απαλλαγή από τη φορολογία για ένα χρονικό διάστημα. Στην προσπάθειά του να προστατέψει τη Βοιωτία, ο Ραμόν ντε Βιλλανόβα εγκατέστησε τους Αρβανίτες στα βόρεια και ειδικά στη Λοκρίδα, στα χωριά Λιβανάτες, Τραγάνα, Μάζι, Μαρτίνο, Μαλεσίνα, Λάρυμνα και στα δυτικά και νότια (Ελικώνα), για να προστατέψει τη παραλία της Λιβαδόστρας και το δρόμο από την Άμφισα (Δελφούς), στα χωριά Κυριάκι, Ζερίκι, Χώστια, Δόμβραινα, Σουληνάρι και σε τριάντα περίπου άλλους οικισμούς της υπόλοιπης Βοιωτίας.” (Αλεξάκης Ε., Ταυτότητες και ετερότητες. Σύμβολα, συγγένεια, κοινότητα στην Ελλάδα-Βαλκάνια, Αθήνα 2001)

Χαρακτηριστικό ενδιαφέρον έχει και ο τρόπος εγκατάστασης τους στην περιοχή. Πάλι σύμφωνα με τους αρχαιολόγους διαβάζουμε συγκεκριμένα ότι ” Οι Αρβανίτες εγκαταστάθηκαν αρχικά σε αμιγείς μικροοικισμούς, τις κατούνες(στη γλώσσα τους κατούντ) σε πεδινές και αργότερα σε ορεινές περιοχές του νομού (π.χ. Ελικώνα), στις παρυφές των χωριών. Κατόπιν, βαθμηδόν εισήλθαν και στους μεγαλύτερους οικισμούς–χωριά, τα οποία προϋπήρχαν στην πεδινή και ορεινή ζώνη. Αυτό προκύπτει από τις απογραφές των Οθωμανώντων μέσων του 15ου αιώνα, μετά την Οθωμανική κατάκτηση. Σ’ αυτή την απογραφή, που έγινε για φορολογικούς λόγους, τα ορεινά χωριά, τα οποία σήμερα θεωρούνται αρβανίτικα, στο τέλος του 15ου αιώνα καταγράφηκαν ως χωριά Ρουμ,δηλ. ελληνικά, σε αντίθεση με τα πεδινά που ονομάζονται κατούνες και χαρακτηρίζονται ως αρβανιτοχώρια (Aρναούτκιοϊ).”
Κάτι σαν κλείσιμο
Ήταν η τρίτη φορά που βρισκόμουν σε αυτά τα μέρη και κάθε φορά με διαφορετική αφορμή. Πάντα όμως υπήρχε η κοινή αίσθηση ενός τόπου που διατηρεί σε πείσμα των ισοπεδωτικών καιρών μια αίσθηση αυθεντικότητας. Κάθε φορά που βρίσκομαι εδώ ανακαλύπτω και κάτι νέο. Μια τυχαία συνάντηση σε ένα καφενείο, η παρακολούθηση διαλόγων ολόκληρων στα αρβανίτικα, η αναφορά για κάποιες μάχες στην διάρκεια της ένοπλης αντίστασης του της περιόδου 40′-50′, πάντα μου κέντριζε το ενδιαφέρον και την επιθυμία της επιστροφής. Και με αυτό το ανανεωμένο ενδιαφέρον για την επόμενη φορά πήραμε το δρόμο της επιστροφής..