Στα ορεινά λιβάδια

Πόσες φορές στις διάφορες εξορμήσεις μας στα βουνά δεν βγήκαμε στα ψηλά λιβάδια, πλαισιωμένα ένα γύρω από πανύψηλους όγκους; Σαν γλυπτά τιτάνων οι γύρω κορυφές στεφανώνουν τα ανοίγματα τούτα, απέραντες απλωσιές ξανοίγονται μπροστά μας. αλπικά λιβάδια σε ορεινά περάσματα. Τόποι ανθρώπων και ζώων, τόποι ζωής.

Γυμνοί τόποι σαν ψηλώνεις. Μα ολόγυρα μαυρίζει το μάτι από τα πολλά έλατα και τα κέδρα. Και όσο ανεβαίνεις πάνω και βγαίνεις στους ζυγούς να και εμφανίζονται μπροστά σου οι λακκιές. Λές και βρίσκεσαι ξαφνικά χίλια μέτρα χαμηλότερα, στον κάμπο. Κι άς είσαι τόσο ψηλά. Λιβάδια ατελείωτα.. Λιβάδια βουνίσια.. Αλπικά λιβάδια.

Γεμάτη η Ρούμελη από βουνίσια λιβάδια, λογικό μιας και έχει αρκετά ψηλά βουνά. Από την Αιτωλοακαρνανία μέχρι και την Αττική πολλά τα βουνά, πολλά τα περάσματα, πολλά τα λιβάδια.

Οι Σούφλες των Βαρδουσίων

Στα Ποιμενικά της Ρούμελης ο Δημήτρης Λουκόπουλος* περιγράφει με τρόπο μοναδικό τις ανοιχτωσιές που συναντούν οι διαβάτες σαν βγαίνουν στα ψηλώματα. Γνώριμες εικόνες όλες….

για την Γκιώνα γράφει:

Ἡ Ρούμελη ἔχει πολλὰ βουνίσια λειβάδια, γιατὶ καὶ τὰ ψηλά της τὰ βουνὰ δὲν εἶναι
λίγα. Καὶ δὲν ἔχει ἄλλο μέρος τῆς Ρούμελης περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἔχει ἡ Αἰτωλία.
Ἀφήνω τὸν Παρνασσὸ καὶ παίρνω ἀπ᾿ τὴν Γκιώνα. Αὐτὸ τὸ βουνὸ εἶναι τὸ ψηλότερο ἀπ᾿
τὰ βουνὰ τῆς παλιᾶς Ἑλλάδας. Ἡ ψηλότερη κορφή του εἶναι 2.510142 μέτρα πάνω ἀπ᾿ τὴν
ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας. Μὰ κι ἀπὸ μάκρος δὲν πάει πίσω. Σὰ μιὰ θεόρατη φράχτη
σηκώνεται καὶ χωρίζει τὰ Σάλωνα ἀπ᾿ τὸ Λιδωρίκι. Πιάνεται μεσ᾿ στὴν καρδιὰ τῆς
Ρούμελης καὶ τραβάει ἴσια κατὰ τὸ νοτιὰ κάτω – καὶ 12 ὧρες νὰ πεῖς, ὄξω δὲ θὰ πέσεις –
καὶ κατεβαίνει ὥς τὸ Γαλαξείδι, ὅπου βουτάει τὰ πόδια του στὴ θάλασσα. Ζυγὸς
ἀτέλειωτος· γυμνὸς στὴν κορφή του κι ὡς κάτω κάτω στὰ πλάγια. Μὰ ἀπ᾿ ἐδῶ κι ἀπὸ κεῖ
κατάμαυρος ἀπ᾿ τὰ πολλὰ τὰ ἔλατα καὶ τὰ κέδρα, καὶ τὶ κέδρα! Θερία δέντρα, τὰ
μερόκεδρα ποὺ λένε.

Ἀπ᾿ ὅποια μεριὰ κι ἂν θέλεις, εὔκολα μπορεῖς ν᾿ ἀνέβεις στὴ Γκιώνα. Ἀπ᾿ τὰ
Σάλωνα, ἀπ᾿ τὸ Λιδωρίκι. Στράτες, ποὺ νὰ μπαίνεις σὲ ζῶ καβάλλα καὶ νὰ μὴ βρίσκεσαι
στὴν ἀνάγκη νὰ ξεπεζέψεις, σὲ φέρνουν πάνω στὸ ζυγὸ τῆς Γκιώνας. Καὶ τὶ ζυγός!
Κάμπο λὲς καὶ περπατεῖς, ἂς εἶσαι τόσο ψηλά. Διαβαίνεις μιὰ λάκκα. Ἀνεβαίνεις λίγον
ἀνήφορο, γιὰ νὰ πάρεις πλαγιὰ ποῦ τελειώνει σὲ κορφή. Τὴ διασελώνεις καὶ βρίσκεις
ἄλλη λάκκα, ἄλλη ὁμάλια. Πᾶς παραπέρα περνᾶς ὅλο ζυγὸ· ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ σπανὲς
πλαγιὲς πᾶνε τὸν κατήφορο. Καὶ πᾶς καὶ πᾶς… Λάκκα, λούτσα143, ζυγό, κορφούλα ὅλο
βρίσκεις μπρός σου. Πουθενὰ δὲ βλέπεις τὴ δυσκολία νὰ κατέβεις ἀπ᾿ τὸ μουλάρι. Τέλος
φτάνεις στὴν κορφὴ, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβεις. Γιατὶ στ᾿ ἀλήθεια κορφὴ δὲν ξεχωρίζει. Σοῦ
φαίνεται: Ἕνας ζυγὸς λίγο λίγο ψηλώνει, κι ἀπότομα ὕστερα κόβεται ἀπὸ ἕνα χάος ποὺ
σὲ χωρίζει ἀπὸ τὴν Καταβόθρα, ποὺ βλέπεις ἀντίκρυ.

στα αλπικά λιβάδια της Γκιώνας

Κορφὴ διακρίνεις σὲ τοῦτο τὸ βουνὸ, ἂν κοιτάξεις ἀπ᾿ τὸ Μαυρολιθάρι, ποὺ εἶναι
ἀντίκρυ, κατὰ τὸ βοριά. Γιατί ἀπὸ κεῖνο τὸ μέρος ποὺ λένε κορφή, πέφτει ἀπότομα κατὰ
τὴ Στρώμη μιὰ πλαγιά. Αὐτὴν ἂν κατεβεῖς, μπορεῖς νὰ καταλάβεις σὲ τὶ ψῆλος
βρισκόσουν, ὄντας ἤσουν κεῖ πάνω· καὶ γιατὶ ἔβλεπες στ᾿ ἄβαθα κάτω τὰ χωριὰ ὅσα
σκαρφαλώνουν στοὺς κόρφους τῶν γύρω βουνῶν.
Ὅλος αὐτὸς ὁ ζυγός, καθὼς πιάνεται στοῦ Μαλανδρίνου ἀποπάνω, ὅσο ποὺ
τελειώνει στὴ Στρώμη, εἶναι συγκράτη ἀπὸ λειβάδια καλοκαιρινά, μὲ λογιῶν λογιῶν
ὀνόματα. Στὸν Ἀρδίνη, στὰ Κέδρα, στὸν Ἀρκουδόβατο, στὸ Τραγωνόρος, στὴ Γκιώνα…
ἀκοῦς ἀκοῦς, ἕνα σωρὸ ὀνόματα πὄχουν δοσμένα οἱ τσοπάνηδες ποὺ ξεκαλοκαίριαζαν
ἀπὸ παντὲς ἐκεῖ ψηλὰ τὰ πρόβατα. Κι ὁ ζυγὸς αὐτὸς σταλιὰ νερὸ δὲν ἔχει· οὔτε σὲ
γούπατο οὔτε στὰ πλάϊα. Πρᾶμα δὲ θὰ μποροῦσε νὰ ξεκαλοκαιριάσει ἐκεῖ πάνω, ἂν ἀπὸ
μέρος σὲ μέρος δὲ μαζευόντανε τὰ νερὰ τῆς βροχῆς καὶ τοῦ χιονιοῦ· νὰ γίνονται
λιμνοῦλες, ἀλλοῦ μικρὲς κι ἀλλοῦ μεγάλες· αὐτὲς ποὺ οἱ τσοπάνηδες λένε λοῦτσες.

Διατηροῦνε τὸ νερὸ καὶ τὸν Ἀλωνάρη ἀκόμα πολλὲς φορές. Μὰ κάποτε καὶ στεγνώνουν.
Καὶ τότε; ξηρικὸ πρᾶμα διατηριέται; Βέβαια ὄχι. Μὰ οἱ τσοπάνηδες ηὗραν τὸν τρόπο νὰ
λύσουν κι αὐτὸ τὸ πρόβλημα. Φκειάνουν στέρνες. Ἀνοίγουν δηλ. βαθιοὺς λάκκους,
χτίζουν ὁλόγυρα τοῖχο νὰ μὴν πέφτουν τὰ χώματα καὶ τοὺς ἀφήνουν ἀνοιχτούς. Γιομίζουν
λοιπὸν οἱ στέρνες ἀπ᾿ τὰ χιονόνερα τὴν ἄνοιξη, κι ἔχουν νερὸ ὅλο τὸ καλοκαίρι. Βγάζουν
οἱ προβαταραῖοι μὲ τοὺς γουβάδες, γεμίζουν τὰ καλάνια τὰ κέδρινα ποὺ διπλαρώνουν
κεῖ ἀπ᾿ ἔξω· ὁδηγοῦν τὰ πρόβατα καὶ πίνουν. Σβήνουν κι αὐτοὶ τὴ δίψα τους. Κι ἔτσι
ἔλυσαν τὸ πρόβλημα καὶ δὲν ἀναγκάζονται νὰ κατέβουν δυὸ ὧρες κάτω, γιὰ νἄβρουν τὸ
νερὸ στὰ ρέματα καὶ στὸ ποτάμι, τὸ Δάφνο.

Ἀπ᾿ τὰ λειβάδια ποὺ ξαπλώνονται στὴ σπανὴ ραχιὰ τῆς ξακουσμένης «Γκιώνας τοῦ
Σαλώνου», ὁρίζουν ὅλα τὰ γύρω χωριά. Ἐδῶ σμείγουν τὰ σύνορά τους. Καθὼς τρέχουν
τὰ νερὰ κατὰ τῶν Σαλώνων τὰ μέρη, κι ὥς κάτω κάτω ἔχουν νὰ κάμουν οἱ Βουνιχωρίτες
καὶ Πενταοριῶτες. Παραπάνω ἀπὸ κεῖ ἔρχονται τὰ Μαλαντρινιώτικα, ἀπ᾿ τοῦ Λιδωρικιοῦ
τὸ μέρος. Ὕστερα κροῦνε144 τὰ σύνορα τῆς Σκαλούλας καὶ τῆς Καρούτας -Λιδωρικιώτικα
χωριὰ ἡ Σκαλούλα καὶ ἡ Καρούτα,- καὶ σοῦ παρουσιάζουν ἕναν κάμπο, τὸν
Καρουτιανὸν ποὺ λένε, μάννα γιὰ λειβάδια. Ἀπ᾿ τὸν Πλατό, (διάσελος σὰν πλάτη) κι
ἐκεῖθε ὅλη τὴν τάβλα ποὺ φτάνει ὥς τὴν κορφὴ τοῦ βουνοῦ, τὴν ὁρίζει τὸ Λιδωρίκι.
Χιλιάδες πρόβατα διατηριῶνται κεῖ πάνω. Ἀριστερά, καθὼς πάει τὸ Λιδωρικιώτικο,
σμείγουν τὰ σύνορα τῆς Συκιᾶς καὶ τοῦ Τριβίδι ἀπ᾿ τὸ μέρος τοῦ Δάφνου. Πλαγιὲς κι ἐδῶ
γιὰ λειβάδια. Δεξιὰ ἀνεβαίνει καὶ σμείγει στὴν κορφὴ τῆς Σιγδίτσας τὸ σύνορο. Κλείει
μέσα λάκκους, λαγκαδιὲς καὶ κορφάδες ἕνα σωρό, ὅλα λειβάδια κατὰ τῶν Σαλώνων τὰ
μέρη. Κατ᾿ ἀποκάτω στὴν κορφή, ἀπὸ βοριᾶ μέρος στανιάζουν τὰ Στρωμίτικα κοπάδια.”

βιβλιογραφία: Λουκόπουλου Δημητρίου 1930: Ποιμενικά της Ρούμελης, σειρά: Συλλόγου προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων

Leave a comment