Είχαμε ξεκινήσει νωρίς από τα Γιάννενα για να καλύψουμε γρήγορα τα 70 χιλιόμετρα που μας χώριζαν από το χωριό Μολυωδοσκέπαστο. Μια ετερόκλιτη παρέα μοιραστήκαμε εκείνο το παγωμένο πρωινό του Φλεβάρη στα οχήματα και ξεκινήσαμε. Η αρχική πρόταση έλεγε να βγούμε πάνω από το χωριό, να πιάσουμε την συνοριογραμμή και ακολουθώντας το σύνορο να ανεβούμε στη Νεμέρτσικα 2.455 υψ., και αν μας έβγαινε να κάναμε την κορυφή από την πλευρά της ελληνικής. Πέρα από αυτό κάποιοι θέλαμε να επιβεβαιώσουμε στο πεδίο ότι υπήρχε το πέρασμα εκείνο που από το χωριό Μολυβδοσκέπαστο ανεβαίνει τη Νεμέρτσικα και από εκεί συνεχίζει για τα χωριά του Πογωνίου για να καταλήξει στις Δρυμάδες. Οι πληροφορίες έλεγαν ότι υπάρχει, οι χάρτες’ παλιοί και νέοι το επιβεβαίωναν. Ένα στίγμα που είχαμε από μια φίλη δυστηχώς σταματούσε στον εγκαταλελειμμένο πλέον οικισμό Πογωνίσκος. Δεν έμενε παρα να δοκιμαστούμε στο χώρο. Ο καιρός ήταν μαζί μας. Λιακάδα και παγωνιά.

Ξεκινήσαμε να ανηφορίζουμε, το μονοπάτι (περνώντας από κάτι έρημα μαντριά) ανηφόριζε πάνω από το χωριό και και αφού έστριβε Δυτικά ύστερα από σύντομη ανάβαση μας ανέβάζει σε μια πλαγιά όπου σύντομα συναντάμε την πρώτη πυραμίδα. Παίρνουμε πορεία δυτική και συνεχίζουμε να καταγράφουμε τις πυραμίδες που συναντάμε. Στο βάθος η κοιλάδα του Σαραντάπορου με τον μεθοριακό σταθμό της Μέρτζιανης.

Ο ήλιος πήρε μπόι και όσο ψηλώναμε τόσο μας έκαιγε, παρ’ όλη την παγωνιά. Μονοπάτι δεν υπήρχε, κινιόμασταν στη νοητή ευθεία που όριζαν οι πυραμίδες με τα κεφαλαία γράμματα Α και Ε και τον αύξοντα αριθμό τους στη βάση. Η απόσταση των γραμμάτων τόση όση να χωρέσει τόνους πολιτικής αντιπαράθεσης και στρατηγικής χάραξης ενός τόπου που αρνείται να μπεί κάτω από γραμμές και οριοθετήσεις. Η απόσταση από το ένα σημείο στο άλλο, η μετάβαση από έναν τόπου που θεωρείσαι ντόπιος σε έναν άλλο που ορίζεσαι ώς ξένος τόση όσο το άνοιγμα ενός βήματος. Ολόγυρα μας οι φαντασιακές κοινότητες. Μπροστά μας η πραγματικότητα. Και εμείς συνεχίζαμε διασκεδάζοντας την έκπληξη, την κούραση και τον ήλιο που μας έκαιγε.

Το μονοπάτι, άν μπορούσαμε να το ορίσουμε ώς τέτοιο είχε κλείσει για τα καλά, τώρα σερνόμασταν πάνω σε κάτι μουλαρόστρατες προσπαθώντας να βρούμε διέξοδο. Το μέρος κλειστό, μόνο όταν σηκώναμε το κεφάλι ψηλά βλέπαμε άνοιγμα στο χώρο. Τα ντούσκα μας ξέσκιζαν στην προσπάθεια να τα περάσουμε. Κάτι αποτυχημένες προσπάθειες να ψάξουμε στα γύρω τη συνέχεια δεν καρποφόρησαν. Η κατεύθυνση ήταν σωστή, όμως που ήταν το μονοπάτι. Χαμηλότερα από όπου είμασταν, πιο δεξιά; Συνεχίσαμε ωστόσο να προχωράμε. Από το χάρτι είχε επισημανθεί ότι κάποια στιγμή η ράχη στην οποία είμασταν ανηφόριζε στην τοποθεσία Βλαχοβούνι. Και απο εκεί συνέχιζε να ψηλώνει ακολουθώντας την οριογραμμή για να βγεί στα ψηλώματα της Κουρούνας’ πάντα στο σύνορο για να συνεχίσει δυτικά πρός την κορυφή Μερόπη 2209υψ. Είμασταν στην Νεμέρτσικα και αυτό έφτανε. Μας έμενε να βρούμε το πέρασμα που θα μας ανέβαζε στα ψηλώματα της. Και άς μην κάναμε την κορυφή. Σκοπός μας ήταν να βρούμε το πέρασμα.

Σύντομα οι ερωτήσεις των φίλων για το που πάμε πύκνωσαν. Η μέρα προχωρούσε και εμείς δεν είχαμε κάνει και κάποια ιδιαίτερη πρόοδο. Βρήκαμε ένα βράχινο σημείο για απάγκειο και την πέσαμε να ανασυνταχθούμε, να μασήσουμε ότι κουβαλούσε ο καθένας και σε μια πρόχειρη κουβέντα σχετικά με το τί κάνουμε και πως συνεχίζουμε. Αποφασίστηκε εν πλήρη συμφωνία κάποιοι να επιστρέψουν στο χωριό και να μας περιμένουν και τέσσερις από τους υπόλοιπους να συνεχίσουν κατά πάνω μπας και βρίσκαν το διαολεμένο πέρασμα στα ψηλά. Μόνο αυτό. Χωρίσαμε και ο καθένας συνέχισε την πορεία του.

Σιγά σιγά η ομαλή πλαγιά που είμασταν τελείωνε και μπροστά μας ορθωνόταν το Βλαχοβούνι, προς στιγμή σκεφτήκαμε να φύγουμε αριστερά κάτω μπας και πέσουμε στον Πογωνίσκο που από εκεί και πάνω είχαμε το στίγμα για τα gps, όμως η ρεματιά φαινόταν από εδώ πάνω ακόμα πιο κλειστή. Είπαμε να τραβήξουμε ευθεία στα βράχιναμπας και από εκεί βρούμε άνοιγμα για ψηλότερα. Μπήκαμε σε ένα υπέροχο δάσος, κλειστό από παντού. Με βάση την έως τώρα πορεία μας υπολογίζαμε ότι είμασταν καμιά 100στη μέτρα μέσα στο αλβανικό. Άλλωστε ήταν ώρα που δεν βλέπαμε κάποια πυραμίδα για να την βάλουμε σημάδι και ούτε μπορούσαμε να δούμε κάποιο άνοιγμα, κάποια κορφούλα για να προσανατολιστούμε. Περπατάγαμε νοητά ευθεία με κατεύθυνση δυτική.

Αρχίσαμε να ανηφορίζουμε την πλαγιά, είχαμε ακόμη αρκετή ώρα φώς και όμως εδώ λόγω του κλειστού του μέρους όλα φαίνονταν πιο σκοτεινά. Προχωρημένο απόγευμα καιάς ήταν μεσημέρι με βάση τα ρολόγια μας. Πήραμε να πιάσουμε τα πρώτα βράχια, ευλογία, τώρα δεν μας έσκιζαν τα ντούσκα, δεν σερνόμασταν κάτω από κορμούς. Καθαρό βάδισμα στο βράχο. Όμως κάθε μας προσπάθεια τελείωνε και σε ένα ακόμη κλειστό σημείο. Άν υπήρχε ακόμη πέρασμα σίγουρα δεν ήταν από εδώ, σίγουρα είχαμε πάρει λάθος δρόμο και αν με τα πολλά καταφέρναμε να βγούμε από αυτό το λαβύρινθο, ποιός ξέρει πόσο έξω από την πορεία μας θα είμασταν. Σταματήσαμε ψάχνοντας στα gps κάποιο σημάδι για το που είμασταν, για το πού ήταν εκεί που θέλαμε να βγούμε. Κανένα σημάδι.

Και έρχεται η στιγμή να αποφασίσεις τι κάνεις. Χρόνος υπήρχε, όμως μας φαινόταν ανέφικτη η προσπάθεια. Άν υπήρχε κάτι δεν είμασταν κοντά. Με μια μικρή απογοήτευση αποφασίζουμε να πέσουμε πίσω απο εκεί που ήρθαμε. όμως δεν είναι εύκολο να βρείς την πορεία που ακολούθησες μέσα σε αυτό το λαβύρινθο. Πέσαμε χύμα σε μια ρεματιά στα δεξιά μας με την ελπίδα ότι θα μας έβγαζε στη ράχη που είμασταν το πρωί. Γδαρθήκαμε άσχημα, αλλά έπειτα από προσπάθεια βγήκαμε σε ξέφωτο. Αρχίσαμε να περπατάμε προς τα πίσω. Οι φίλοι μας είχαν πάρει τηλέφωνα ρωτώντας για την τύχη μας. Μας περιμέναν στο καφενείο που ήδη ετοιμαζόταν να ανάψει την αποκριάτικη τζαμάλα του.
Κινηθήκαμε για λίγο στο ξέφψτο που ανηφόριζε ελαφρώς, για να πέσουμε σύντομα πάνω σε μια σειρά πυροβολείων άλλης εποχής. έστεκαν εκεί έρημα, χωμένα μέσα στο έδαφος. Μνημεία ποιός ξέρει από πότε. Ήταν του Χότζα που είχε περιφραγμένη όλη την οριογραμμή των ελληνοαλβανικών συνόρων; Ήταν από την εποχή του σφαγείου του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου; Η σύντομη επίσκεψη μας δεν μας έδωσε και πολλές πληροφορίες. Σταθήκαμε στα πέτρινα μνημεία της ιστορίας, μπήκαμε μέσα τους, αγναντέψαμε από εκεί την θέα βολής τους και συνεχίσαμε.

Ό,τι φαντάζει δύσκολο στην αρχή, ύστερα γίνεται παιχνίδι. Άν και κατά την ανάβαση ταλαιπωρηθήκαμε να βρίσκουμε περάσματα,αν και σχιστήκαμε στα δέντρα που μας έκλειναν το δρόμο, τώρα στο κατέβασμα απολαμβάναμε τον τελευταίο ήλιο. Βιαζόμασταν να επιστρέψουμε στους φίλους μας. Χωρίς όμως να σταματήσουμε να θαυμάζουμε αυτό που υπήρχε ολόγυρα μας. Ανεβαίναμε και κατεβαίναμε μικρές πλαγιές, ορίζαμε την πορεία της επιστροφής και μετά από λίγο εύκολα την ξεχνούσαμε για να ξεμακρύνουμε θαυμάζοντας ένα λουλούδι. Η “αποστολή” μας είχε λάβει τέλος, όποια και άν ήταν για τον καθένα και την καθεμία αυτή. Απολαμβάναμε τις τελευταίες στιγμές στο βουνό δίνοντας είμαι σίγουρος ο καθένας και η καθεμία μια σιωπηλή υπόσχεση μέσα του ό,τι θα ξαναεπιστρέψει.

Βγήκαμε στο μονοπάτι που πριν λίγες ώρες μας είχε φέρει εδώ πάνω. Δεν σταμάτησα να αναπολώ όλη την πορέια, όλες εκείνες τις εικόνες που μπήκα μέσα τους. Και αν δεν τα “καταφέραμε” άξιζε ακόμη και αυτή η αποτυχημένη προσπάθεια. Βρεθήκαμε για λίγο στο όριο, στο σύνορο περπατήσαμε. Σε δύο πλευρές και εμείς στην κόψη αυτού που ονομάζουν σύνορο. Και είδαμε ότι εν τέλει τα σύνορα πολλές φορές είναι κυρίως μέσα μας. Εκεί έξω ο τόπός και οι άνθρωποι έχουν διαφορετική άποψη..
